μηχανή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | μηχανή | μηχανές |
| γενική | μηχανής | μηχανών |
| αιτιατική | μηχανή | μηχανές |
| κλητική | μηχανή | μηχανές |
[
]
Ετυμολογία
- μηχανή < αρχαία ελληνική μηχανή
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
μηχανή θηλυκό
- κατασκευή με κινητά μέρη που επιτελεί μια συγκεκριμένη εργασία, αυξάνοντας ή αντικαθιστώντας τη δύναμη του ανθρώπου ή των ζώων. Συνήθως, μετατρέπει μια μορφή ενέργειας (π.χ. ηλιακή) σε μια άλλη πιο αποδοτική για ένα έργο (π.χ. κινητική)
- ο κινητήρας ενός οχήματος
- (συνεκδοχικά) το πρώτο βαγόνι όπου βρίσκεται ο μηχανισμός και που έλκει μια αμαξοστοιχία
- δίκυκλο όχημα με κινητήρα μεγαλύτερου κυβισμού από 50cc
- (μεταφορικά) οι υπηρεσίες, τα μέσα και οι ομάδες άνθρωπων που λειτουργούν συνολικά και συντονισμένα
-
- κρατική μηχανή
-
- κάθε μηχανικό μέσο που χρησιμοποιύνταν στο αρχαίο θέατρο, προκειμένου να είναι πιο ρεαλιστική η παράσταση
- το πονηρό σχέδιο που καταστρώνεται με σκοπό την εξαπάτηση κάποιου
[
] Εκφράσεις
- από μηχανής θεός : για πρόσωπο που δίνει λύση ή βοήθεια απροσδόκητα
[
]
[
]
Σύνθετα
[
]
Δείτε επίσης
[
]
Μεταφράσεις
μοτοσικλέτα
[
]
Αρχαία ελληνικά (grc)
| Πτώση | Ενικός | Δυικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μηχανή | μηχανά | μηχαναί |
| Γενική | μηχανῆς | μηχαναῖν | μηχανῶν |
| Δοτική | μηχανῇ | μηχαναῖν | μηχαναῖς |
| Αιτιατική | μηχανήν | μηχανά | μηχανάς |
| Κλητική | μηχανή | μηχανά | μηχαναί |
[
]
Ετυμολογία
- μηχανή < ...
[
]
Ουσιαστικό
μηχανή θηλυκό
- μηχάνημα που χρησιμοποιούνταν για την ανύψωση βαρών
- πολεμική ή θεατρική μηχανή
- πανούργο σχέδιο ή τέχνασμα, δόλος
[
] Εκφράσεις
- πάσῃ μηχανῇ : με κάθε τρόπο