εργαλείο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εργαλείο εργαλεία
γενική εργαλείου εργαλείων
αιτιατική εργαλείο εργαλεία
κλητική εργαλείο εργαλεία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

εργαλείο < αρχαία ελληνική ἐργαλεῖον

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ɛɾ.ɣa.ˈli.ɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

εργαλείο ουδέτερο

  1. αντικείμενο ειδικά σχεδιασμένο και κατασκευασμένο ώστε να διευκολύνει την εκτέλεση μιας εργασίας
    γεωργικά εργαλεία, τα εργαλεία του σιδηρουργού
  2. (μεταφορικά) απαραίτητο βοήθημα για την εκτέλεση μιας εργασίας
    το λεξικό αυτό θα είναι ένα πολύτιμο εργαλείο για τις καθημερινές σχολικές εργασίες του παιδιού σας

32πχ Μεταφράσεις[]