εργαλείο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εργαλείο εργαλεία
γενική εργαλείου εργαλείων
αιτιατική εργαλείο εργαλεία
κλητική εργαλείο εργαλεία

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

εργαλείο < αρχαία ελληνική ἐργαλεῖον

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ɛɾ.ɣa.ˈli.ɔ/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

εργαλείο ουδέτερο

  1. αντικείμενο ειδικά σχεδιασμένο και κατασκευασμένο ώστε να διευκολύνει την εκτέλεση μιας εργασίας
    γεωργικά εργαλεία, τα εργαλεία του σιδηρουργού
  2. (μεταφορικά) απαραίτητο βοήθημα για την εκτέλεση μιας εργασίας
    το λεξικό αυτό θα είναι ένα πολύτιμο εργαλείο για τις καθημερινές σχολικές εργασίες του παιδιού σας

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες