εργαλείο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εργαλείο | εργαλεία |
| Γενική | εργαλείου | εργαλείων |
| Αιτιατική | εργαλείο | εργαλεία |
| Κλητική | εργαλείο | εργαλεία |
Ετυμολογία
- εργαλείο < αρχαία ελληνική ἐργαλεῖον
Ουσιαστικό
εργαλείο ουδέτερο
- αντικείμενο ειδικά σχεδιασμένο και κατασκευασμένο ώστε να διευκολύνει την εκτέλεση μιας εργασίας
- γεωργικά εργαλεία, τα εργαλεία' του σιδηρουργού
- (μεταφορικά) απαραίτητο βοήθημα για την εκτέλεση μιας εργασίας
- το λεξικό αυτό θα είναι ένα πολύτιμο εργαλείο για τις καθημερινές σχολικές εργασίες του παιδιού σας
Μεταφράσεις
|