έξυπνος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | ||
|---|---|---|---|
| ονομαστική | έξυπνος | έξυπνη | έξυπνο |
| γενική | έξυπνου | έξυπνης | έξυπνου |
| αιτιατική | έξυπνο | έξυπνη | έξυπνο |
| κλητική | έξυπνε | έξυπνη | έξυπνο |
| πτώση | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | έξυπνοι | έξυπνες | έξυπνα |
| γενική | έξυπνων | έξυπνων | έξυπνων |
| αιτιατική | έξυπνους | έξυπνες | έξυπνα |
| κλητική | έξυπνοι | έξυπνες | έξυπνα |
Ετυμολογία [
]
Προφορά[
]
- ΔΦΑ : /ˈɛ.ksi.pnɔs/
Επίθετο [
]
έξυπνος
- που καταλαβαίνει δύσκολα πράγματα και κρίνει πολύπλοκες καταστάσεις με σχετική άνεση
- που φανερώνει κατανόηση και υψηλή αντίληψη
- η ανακοίνωση πρόωρων εκλογών ήταν μία έξυπνη τακτική
Αντώνυμα[
]
- → δείτε τη λέξη: ανόητος
[
]
Δείτε επίσης [
]
Μεταφράσεις[
]
έξυπνος
|