τσακάλι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | τσακάλι | τσακάλια |
| γενική | τσακαλιού | τσακαλιών |
| αιτιατική | τσακάλι | τσακάλια |
| κλητική | τσακάλι | τσακάλια |
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ουσιαστικό
τσακάλι ουδέτερο
- (ζωολογία) σαρκοβόρο θηλαστικό του γένους Canis (οικογένεια Canidae), μικρότερο από το λύκο
- (μεταφορικά) πανέξυπνος άνθρωπος
[
]
Σύνθετα
[
]
Μεταφράσεις
τσακάλι