λύκος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λύκος λύκοι
γενική λύκου λύκων
αιτιατική λύκο λύκους
κλητική λύκε λύκοι

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

λύκος < αρχαία ελληνική λύκος

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ˈli.kɔs/
ένας λύκος

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

λύκος αρσενικό

  1. (ζωολογία) άγριο θηλαστικό, συγγενές με το σκύλο
  2. ο επικρουστήρας ενός όπλου
  3. (ιατρική) μορφή αυτοάνοσης δερματοπάθειας
  4. (μεταφορικά) που τρώει πάρα πολύ, ο φαγάς

[] Εκφράσεις

  • πεινάω σα λύκος: πεινάω πολύ
  • τρώει σα λύκος: τρώει πάρα πολύ

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola apps noatun.png Σύνθετα

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες