λύκος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | λύκος | λύκοι |
| γενική | λύκου | λύκων |
| αιτιατική | λύκο | λύκους |
| κλητική | λύκε | λύκοι |
[
]
Ετυμολογία
- λύκος < αρχαία ελληνική λύκος
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
λύκος αρσενικό
- (ζωολογία) άγριο θηλαστικό, συγγενές με το σκύλο
- ο επικρουστήρας ενός όπλου
- (ιατρική) μορφή αυτοάνοσης δερματοπάθειας
- (μεταφορικά) που τρώει πάρα πολύ, ο φαγάς
[
] Εκφράσεις
[
]
[
]
Σύνθετα
[
]
Μεταφράσεις
θηλαστικό