τρώω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- τρώω < αρχαία ελληνική τρώγω
Προφορά [
]
Ρήμα [
]
τρώω και τρώγω
- μασώ και καταπίνω τροφή
- κάθε φορά που τον συναντώ, τρώει
- παίρνω πρωινό, γεύμα ή δείπνο
- μου αρέσει το συγκεκριμένο φαγητό
- δεν τρώει χοιρινό
- χρηματίζομαι, παίρνω χρήματα με παράνομη εκμετάλλευση της θέσης ή της ιδιότητάς μου
- (θρησκεία) δε νηστεύω
- δαγκώνω ή τσιμπώ
- πιστεύω με αφέλεια ό,τι μου λένε
- ό,τι του λένε, τα τρώει!
- (μεταφορικά) φθείρω, διαβρώνω
- σιγά σιγά, η βροχή τρώει την πέτρα
- η σκουριά έφαγε την κλειδαριά
- επιτίθεμαι, επιδιώκω να βλάψω κάποιον
- τον έφαγε η αρρώστια
- τον φάγανε μπαμπέσικα (τον σκότωσαν ή τον εξουδετέρωσαν πάντως ως απειλή)
- ε, πάψε πια, μας έφαγες με την πολυλογία σου!
- αμάν πια, πάψε να τρώγεσαι με τα ρούχα σου (όλα σου φταίνε, γρινιάζεις)
- (μεταφορικά) παραμερίζω, κάνω κάποιον να χάσει τη θέση του
- σπαταλώ, ξοδεύω αλόγιστα χρόνο ή χρήματα
- έφαγε όλο του το μισθό στα μπαράκια
- αποκτώ παράνομα κάτι που δεν μου ανήκει
- έφαγαν πολλά χάρη στη διαπλοκή τους με παράγοντες της κυβέρνησης
- δηλωτικό της φαγούρας
- με τρώει η πλάτη μου
- Μπας και σε τρώει η μύτη σου; (ειρωνικά, ότι πας γυρεύοντας να βρεις το μπελά σου)
- δέχομαι σφαλιάρα ή επίθεση με κάποιο αντικείμενο
- Έφαγε ένα ποτήρι νερό στο κεφάλι
[
]
- τρωγάλια, τρωγαλίζω
- τρώγλη, τρωγλοδύτης, τρωγλοδυτικός, τρωγλοδυτισμός, τρωγλοδυτώ
- τρωγοπίνω
- τρωκτικός, τρώσις, τρωτός
Δείτε επίσης [
]
Κλίση [
]
Κλίση
|
|||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
Μεταφράσεις [
]
τρώω