δέχομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δέχομαι < αρχαία ελληνική δέχομαι

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

δέχομαι (αποθετικό)

  1. παίρνω, λαμβάνω
  2. αποδέχομαι μία πρόταση, πρόκληση, δωρεά, στοίχημα, συμφωνία, όρους κ.λπ.
  3. πιστεύω σε κάτι, συμφωνώ με κάτι
    ακόμη και σήμερα κάποιοι δεν δέχονται τη θεωρία της εξέλιξης.
  4. υποδέχομαι φίλους, επισκέπτες, δεξιώνομαι, φιλοξενώ
  5. είμαι στο γραφείο μου και μπορώ να προσφέρω τις υπηρεσίες μου στο κοινό ή σε ασθενείς.
    Ο γιατρός δέχεται κάθε απόγευμα 6:00-8:00

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  1. δέχομαι επίθεση από κάποιον: κάποιος μου επιτίθεται
  2. δέχομαι χτύπημα από κάποιον: κάποιος με χτυπάει
  3. δέχομαι αδιαμαρτύρητα: υπομένω κάτι χωρίς να διαμαρτύρομαι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]