ανάδοχος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ανάδοχος ανάδοχοι
γενική αναδόχου αναδόχων
αιτιατική ανάδοχο αναδόχους
κλητική ανάδοχε ανάδοχοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ανάδοχος < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ανάδοχος αρσενικό ή θηλυκό

  1. επίσημη ονομασία του νονού
  2. κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο οποίο έχει ανατεθεί η µελέτη ή/και η εκτέλεση ή/και η επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου για λογαριασμό του κυρίου του έργου (Π.Δ. 305/96)
  3. (για γονέα, συνήθως στον πληθυντικό) άτομο στο οποίο έχει δοθεί προσωρινά ή μέχρι την ενηλικίωσή του η αναδοχή ενός παιδιού

32πχ Μεταφράσεις[]