parrain
Από Βικιλεξικό
Γαλλικά (fr)
Ετυμολογία
- parrain < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| parrain | parrains |
parrain (fr) αρσενικό
- ο νουνός
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| parrain | parrains |
parrain (fr) αρσενικό