parrain
Από Βικιλεξικό
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
- parrain < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| parrain | parrains |
parrain (fr) αρσενικό (θηλυκό marraine)
- ο νουνός