νονός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νονός νονοί
γενική νονού νονών
αιτιατική νονό νονούς
κλητική νονέ νονοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

νονός < μεσαιωνική ελληνική νονός (ορθογραφική απλοποίηση) < ελληνιστική κοινή νόννος < υστερολατινική nonnus < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *nan- / *nen-. Συγγενές με την αρχαία ελληνική νέννος (2. μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική godfather)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

νονός αρσενικό, νονά θηλυκό

  1. αυτός που παρίσταται ως μάρτυρας στη βάφτιση ενός παιδιού, βοηθά τον ιερέα στην τέλεση του μυστηρίου και αναλαμβάνει να το κατηχήσει στο χριστιανισμό
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ανάδοχος, πνευματικός πατέρας
  2. αρχηγός εγκληματικής οργάνωσης όπως η μαφία

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές []

32πχ Μεταφράσεις[]