νονός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | νονός | νονοί |
| γενική | νονού | νονών |
| αιτιατική | νονό | νονούς |
| κλητική | νονέ | νονοί |
Ετυμολογία [
]
- νονός < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
νονός αρσενικό, νονά θηλυκό
- αυτός που παρίστατι ως μάρτυρας στη βάφτιση ενός παιδιού, βοηθά τον ιερέα στην τέλεση του μυστηρίου και αναλαμβάνει να το κατηχήσει στο χριστιανισμό
- αρχηγός εγκληματικής οργάνωσης όπως η μαφία