foster
Από Βικιλεξικό
[
]
foster (en)
- θετός, που προσφέρει γονική φροντίδα σε θετό παιδί
- foster father - θετός πατέρας
- θετός, που δέχεται τέτοιου είδους φροντίδα
- foster son - θετός γιος
foster (en)
- ανατρέφω ένα παιδί, φυσικό ή θετό
- τρέφω (πχ ενδιαφέρον), καλλιεργώ κάτι