ανατρέφω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- ανατρέφω < → Η ετυμολογία λείπει.
Ρήμα [
]
ανατρέφω
- φροντίζω και παρέχω σε παιδί τα υλικά μέσα και ό,τι άλλο είναι απαραίτητο για την ανάπτυξή του
- διαπαιδαγωγώ