φροντίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φροντίζω < (καθαρεύουσα) με την έννοια της δημοτικής < μεσαιωνική ελληνική φροντίζω (σκέφομαι, μεριμνώ, μηχανεύομαι τρόπους) και περιφροντίζω < αρχαία ελληνική φροντίζω < φροντίς

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

φροντίζω (το φροντίζομαι δεν είναι δόκιμο)

  1. μεριμνώ, τακτοποιώ, ρυθμίζω
    φροντίζω το παιδί, το σπίτι, για την αγορά αντικειμένου (για παροχή, για κάτι προς το οποίο έχω κάποια υποχρέωση)
  2. προνοώ, παίρνω μέτρα
    φροντίζω να μην εκτεθώ, φροντίζω να μην αργώ ποτέ στα ραντεβού μου
  3. περιποιούμαι με τρυφερότητα ή με κάποιο συναισθηνατικό στοιχείο ή με ειδικό τρόπο, για κάτι που απαιτεί ειδική μεταχείριση
    φροντίζω το ντύσιμο, τα μαλλιά (την εμφάνιση ανθρώπου)
    φροντίζω ασθενή (ως νοσηλευτής)
    φροντιζω τον κήπο - φροντίζω την υγεία της οικογένειας ή για την υγεία της οικογένειας (γενικά για έμψυχα ή για κάτι σημαντικό για τα έμψυχα)
  4. (δεν φροντίζω το αυτοκίνητο, ή τη βιβλιοθήκη, αλλά) φροντίζω να επισκευαστεί το ΙΧ ή φροντίζω να τακτοποιηθεί η βιβλιοθήκη

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φροντίζω < φροντίς


Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

φροντίζω

  1. σκέφτομαι, μελετώ
    φροντίζων εὑρίσκω
  2. μεριμνώ, φροντίζω, νοιάζομαι, ενδιαφέρομαι
    εἰ σοφὸς ἀνὴρ ταφῆς φροντιεῖ
    τῶν ὑπαρχόντων φροντίζειν
    ἄλλο οὐδὲν φροντίζειν
  3. ανησυχώ
    πεφροντικὸς βλέπεις (φαίνεσαι ανήσυχος)
  4. σταθμίζω, λογαριάζω, εξετάζω
    ζητεῖν καί φροντίζειν καί βουλεύεσθαι
    ἐφρόντιζε ἱστορέων (εξέταζε, ρωτούσε, διερευνούσε, αξιολογούσε)
  5. λαμβάνω υπόψη
    οὐδὲ τῶν νόμων φροντίζουσι


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]