σκέφτομαι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- σκέφτομαι < αρχαία ελληνική σκέπτομαι
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /ˈscɛ.ftɔ.mɛ/
Ρήμα [
]
σκέφτομαι
- υποβάλλω κάτι σε νοητική επεξεργασία
- εξετάζω με το μυαλό μου διαφορετικές εκδοχές
- εξετάζω θετικά την πιθανότητα να κάνω κάτι στο μέλλον