ανα-
Από Βικιλεξικό
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- ανα- < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Πρόθημα
ανα-
- πρώτο συνθετικό ρημάτων και άλλων λέξεων, και έχει την έννοια του ξανά αλλά και του ανώτερου (τοπικά και ιεραρχικά)
Παραδείγματα
- ανανεώνω (ξανακάνω κάτι νέο)
- αναβαθμίζω (προάγω κάποιον ή μεταφέρω κάτι σε ανώτερη βαθμίδα λειτουργίας)
- ανακρίνω (κρίνω ξανά και ξανά, αλλά και κρίνω προς ανώτερη βαθμίδα)
- αναρπάζω (αρπάζω κάτι από κάτω ή το αποκτώ παίρνοντάς το βίαια επάνω μου)
- ανάμεσα (από το ανά + μέσον)
- ανάλογος (από ανά + λόγος)