πρόθεση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- πρόθεση < αρχαία ελληνική πρόθεσις < προτίθημι < πρό, μπροστά, + τίθημι, βάζω
- Καθαρεύουσα: πρόθεσις.
[
]
Ουσιαστικό
πρόθεση θηλυκό
- Η ψυχική κίνηση που κάνει κάποιον να τείνει προς κάποιον σκοπό.
- Δεν είχα την πρόθεση να σε προσβάλω.
- Έχω την πρόθεση να κάνω κάτι.
- (γραμματική) άκλιτη λέξη που μπαίνει μπροστά από ονόματα ή επιρρήματα για να φανερώσει μαζί τους τόπο, χρόνο, αιτία, τρόπο, κλπ.· μπορεί επίσης να συντεθεί με άλλες λέξεις και να μεταβάλει έτσι την έννοιά τους
- μερικές προθέσεις της νέας ελληνικής, όπως η «αντί» και η «μεταξύ», συντάσσονται με γενική
- (ιατρική) μηχανισμός που χρησιμεύει στην αντικατάσταση ενός μέλους του σώματος ή ενός οργάνου
- (εκκλησιαστικός όρος) η παρουσίαση των τίμιων δώρων στο ιερό για τη θεία ευχαριστία
- (στους βυζαντινούς ναούς) χώρος στα αριστερά (βόρεια) του ιερού, που συχνά καταλήγει σε μικρή αψίδα, όπως και το διακονικό στην άλλη πλευρά του ιερού
[
]
[
]
Μεταφράσεις
γραμματικός όρος