πρόθεση

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

πρόθεση < αρχαία ελληνική πρόθεσις < προτίθημι < πρό, μπροστά, + τίθημι, βάζω
Καθαρεύουσα: πρόθεσις.

Open book 01.svg Ουσιαστικό

πρόθεση θηλυκό

  1. Η ψυχική κίνηση που κάνει κάποιον να τείνει προς κάποιον σκοπό.
    Έχω την πρόθεση να κάνω κάτι.
  2. (γραμματική) άκλιτη λέξη που μπαίνει μπροστά από ονόματα ή επιρρήματα για να φανερώσει μαζί τους τόπο, χρόνο, αιτία, τρόπο, κλπ.· μπορεί επίσης να συντεθεί με άλλες λέξεις και να μεταβάλει έτσι την έννοιά τους
  3. (ιατρική) μηχανισμός που χρησιμεύει στην αντικατάσταση ενός μέλους του σώματος ή ενός οργάνου
  4. (Σαν εκκλησιαστικός όρος) η παρουσίαση των τίμιων δώρων στο ιερό για τη θεία ευχαριστία (Συνεκδοχικά) η αγία τράπεζα

Συγγενικές λέξεις


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

ψυχική κίνηση

γραμματικός όρος

ιατρικός όρος

εκκλησιαστικός όρος

Άλλες γλώσσες