Absicht

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Germany.svg Γερμανικά (de) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

Absicht (de) θηλυκό

ich habe die Absicht... - έχω την πρόθεση / προτίθεμαι / σκοπεύω...

Εκφράσεις[]