raise
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en) [
]
Ρήμα [
]
raise (en)
- σηκώνω, υψώνω
- μαζεύω, συγκεντρώνω
- εκτρέφω
- ανατρέφω
- (μαθηματικά) υψώνω έναν αριθμό σε μία δύναμη
Ουσιαστικό [
]
raise (en)