μαζεύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαζεύω < ή από το ελληνιστικό ὁμαδεύω (συγκεντρώνω) (<αρχαία ελληνική ὁμαδέω, ὁμός,ὁμάς) ή από το μαζί (μάζα-μᾶζα < μάσσω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ma.ˈzɛ.vɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

μαζεύω

  1. συγκεντρώνω, ομαδοποιώ έμψυχα και άψυχα, μονάδες που είναι σκόρπιες τις συλλέγω, τις τακτοποιώ ή τις αποθηκεύω
    Η συγκέντρωση μάζεψε κόσμο στην πλατεία
    Δεν πας στην πλατεία να μαζέψεις καμιά φορά τα παιδιά στο σπίτι;
    Μάζεψα τα μαλλιά μου - Μάζεψα ραδίκια-ελιές-τα αρνία στο μαντρί
    Μαζεύω γραμματόσημα-Μαζεύω χρήματα για τις διακοπές
  2. παίρνω κάτι από κάπου που δεν είναι η θέση του
    Μάζεψε τις κάλτσες σου από την κουζίνα
    Εσκυψα και μάζεψα τα πεσμένα χαρτιά ενώ τα είχε ρίξει άλλος
  3. ζητώ από κάποιον να περιοριστεί, τον ανακαλώ στην τάξη
    Μάζεψε τα πόδια μου για να περάσει ο ηλικιωμένος
    Μάζεψε τα κουλά σου και μην τα ξαναπλώσεις στο παιδί!
    Μάζεψε τη γλώσσα σου!
    Θα σου τον μαζέψω εγώ. Θα δει αυτός!
  4. μικραίνω, κονταίνω, συρρικνώνω, συστέλλω
    Ο ράφτης μάζεψε το παντελόνι
  5. (αργκό) κερδίζω στο καζίνο, στα χαρτιά
    Τους τα μάζεψα -Μάζεψα όλο το χαρτί (το χρήμα δηλαδή)

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • τις μαζεύω, τις μαζεύω γεράβλέπε έκφραση: τρώω ξύλο

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Κλιση[επεξεργασία]

Υπάρχουν εκτός των ανωτέρω και οι λαϊκότροποι τύποι έμασα και θα μάσω, έχω μάσει

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]