μᾶζα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : μάζα

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική μᾶζα μάζα μᾶζαι
Γενική μάζης μάζαιν μαζῶν
Δοτική μάζ μάζαιν μάζαις
Αιτιατική μᾶζαν μάζα μάζας
Κλητική μᾶζα μάζα μᾶζαι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

Από το μάσσω (ζυμώνω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μᾶζα θηλυκό, γεν. μάζης

Ομώνυμα[]

η γενική πληθ. είναι ίδια με του αρσενικού ουσιαστικού μαζός που σήμαινε στον μαστό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]