δοχείο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | δοχείο | δοχεία |
| γενική | δοχείου | δοχείων |
| αιτιατική | δοχείο | δοχεία |
| κλητική | δοχείο | δοχεία |
Ετυμολογία [
]
- δοχείο < αρχαία ελληνική δοχεῖον
Ουσιαστικό [
]
δοχείο ουδέτερο
- (ειδικότερα) ουροδοχείο (δείτε αυτή τη λέξη)
[
]
- → δείτε τη λέξη: δέχομαι