δοχείο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δοχείο δοχεία
γενική δοχείου δοχείων
αιτιατική δοχείο δοχεία
κλητική δοχείο δοχεία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δοχείο < αρχαία ελληνική δοχεῖον

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

δοχείο ουδέτερο

  • κοίλο σκεύος που χρησιμεύει στη φύλαξη διαφόρων ουσιών, στερεών, υγρών ή αερίων
Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αγγείο, βάζο, κάπι, σκεύος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις []

δείτε τη λέξη: δέχομαι

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα []

32πχ Μεταφράσεις []