βάζο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βάζο βάζα
γενική βάζου βάζων
αιτιατική βάζο βάζα
κλητική βάζο βάζα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

βάζο < → Η ετυμολογία λείπει.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈva.zɔ/

Ομώνυμα[]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

βάζο ουδέτερο

  1. αντικείμενο, πολλές φορές από πηλό, στο οποίο τοποθετούμε λουλούδια

32πχ Μεταφράσεις[]