Από Βικιλεξικό
| Πτώση |
Ενικός |
Πληθυντικός |
| Ονομαστική |
σκύλος |
σκύλοι |
| Γενική |
σκύλου |
σκύλων |
| Αιτιατική |
σκύλο |
σκύλους |
| Κλητική |
σκύλε |
σκύλοι |
- σκύλος < ελληνιστική κοινή σκύλος < αρχαία ελληνική σκυλάκιον < σκύλαξ
- ΔΦΑ : /ˈsci.lɔs/
σκύλος αρσενικό και σκυλί
- (ζωολογία) σαρκοβόρο κατοικίδιο θηλαστικό που ομοιάζει με το λύκο· το θηλυκό του λέγεται σκύλα και το μικρό του σκυλάκι και κουτάβι
- ο σκύλος γαβγίζει
- (ναυτική αργκό) το σκυλόψαρο ή καρχαρίας
- (μεταφορικά) κακός άνθρωπος, σκληρόκαρδος
- (μεταφορικά) σκληροτράχηλος άνθρωπος που δείχνει μεγάλη αντοχή σε ταλαιπωρίες
Εκφράσεις
- εγώ το λέω στο σκύλο μου κι ο σκύλος στην ουρά του: για δουλειά που ανατίθεται από τον έναν στον άλλον με αποτέλεσμα να μην πραγματοποιείται
- τρώγονται σαν το σκύλο με τη γάτα : τσακώνονται διαρκώς
Συγγενικές λέξεις
Δείτε επίσης