pas
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Βοσνιακά (bs)
[
]
Ουσιαστικό
pas (bs)
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| pas | pas |
pas (fr) αρσενικό
[
]
Επίρρημα
pas (fr)
- αρνητικό επίρρημα, χρησιμοποιείται σαν δεύτερο μέρος μιας άρνησης
[
]
Κροατικά (hr)
[
]
Ουσιαστικό
pas (hr) αρσενικό
[
]
Πολωνικά (pl)
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
pas (pl) αρσενικό
- η ζώνη
- (μεταφορικά) η περιοχή του σώματος γύρω από την οποία μπαίνει η ζώνη, η μέση
- woda sięga nam po pas - το νερό φτάνει μέχρι τη μέση μας
- η λωρίδα
- σε οδόστρωμα
- nie należy często zmieniać pasów podczas jazdy - δεν πρέπει να αλλάζουμε συχνά λωρίδες στη διάρκεια της οδήγησης
- σε μηχανή, ο ιμάντας
- γενικά μία μακρόστενη περιοχή
- σε οδόστρωμα
- η διαγραμμισμένη περιοχή για το πέρασμα των πεζών, η διάβαση
- (χαρτοπαίγνια) το πάσο
[
] Εκφράσεις
- brać nogi za pas - βάζω τα πόδια στον ώμο (κατά λέξη: παίρνω τα πόδια στη ζώνη-μέση)
[
]
[
]
Ρουμανικά (ro)
[
]
Ουσιαστικό
pas (ro) αρσενικό
- το βήμα
[
]
Σερβικά (sr)
[
]
Ουσιαστικό
pas (sr)
- λατινική γραφή του пас
Κατηγορίες:
- Βοσνιακή γλώσσα
- Ουσιαστικά (βοσνιακά)
- Ζωολογία (βοσνιακά)
- Γαλλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (γαλλικά)
- Επιρρήματα (γαλλικά)
- Κροατική γλώσσα
- Ουσιαστικά (κροατικά)
- Ζωολογία (κροατικά)
- Πολωνική γλώσσα
- Ουσιαστικά (πολωνικά)
- Ρουμανική γλώσσα
- Ουσιαστικά (ρουμανικά)
- Σερβική γλώσσα - λατινικό αλφάβητο
- Ουσιαστικά (σερβικά-λατινικό αλφάβητο)