βήμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βήμα βήματα
γενική βήματος βημάτων
αιτιατική βήμα βήματα
κλητική βήμα βήματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

βήμα < αρχαία ελληνική βῆμα < βαίνω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈvi.ma/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

βήμα ουδέτερο

  1. η κίνηση που κάνουμε όταν φέρνουμε το ένα πόδι μπροστά από το άλλο κατά το βάδισμα
  2. η απόσταση που διανύουμε όταν κάνουμε μία τέτοια κίνηση
  3. υπερυψωμένη κατασκευή στην οποία ανεβαίνει κάποιος που μιλάει σε δημόσια συνάθροιση
  4. (μεταφορικά) το μέρος ή η ευκαιρία που έχει κάποιος να εκφράσει δημόσια τις απόψεις του
    το περιοδικό μας θα δώσει ένα βήμα έκφρασης σε νέους δημιουργούς
  5. μέρος του τίτλου εφημερίδων ή άλλων ενημερωτικών εντύπων
  6. άγιο βήμα: το ιερό του χριστιανικού ναού, το μέρος όπου βρίσκεται η Αγία Τράπεζα

Εκφράσεις[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]


32πχ Μεταφράσεις[]