σπίρτο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σπίρτο σπίρτα
γενική σπίρτου σπίρτων
αιτιατική σπίρτο σπίρτα
κλητική σπίρτο σπίρτα

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

σπίρτο < λατινική spiritus

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

σπίρτο ουδέτερο

  1. μικρό επίμηκες κομμάτι ξύλο ή χαρτόνι που στη μιά του άκρη είναι καλυμμένο με εύφλεκτη ουσία και χρησιμοποιείται για το άναμμα φωτιάς
  2. το οινόπνευμα
  3. το υδροχλωρικό οξύ (HCl)
  4. (μεταφορικά) πολύ έξυπνος άνθρωπος
αυτό το παιδί είναι σπίρτο!

[] Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες