zapałka

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) []

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /zaˈpawka/

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δείτε τη λέξη: zapalać

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

zapałka (pl) θηλυκό

  1. το σπίρτο (μόνο με την έννοια του αντικείμενου που χρησιμοποιείται για το άναμμα φωτιάς)

Χρήση[]

  • zapalać zapałkę: ανάβω σπίρτο
  • zapalać zapałką: ανάβω με σπίρτο
  • pudełko zapałek: κουτί σπίρτα, κουτί με σπίρτα

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []