κεφάλαιο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κεφάλαιο | κεφάλαια |
| γενική | κεφαλαίου | κεφαλαίων |
| αιτιατική | κεφάλαιο | κεφάλαια |
| κλητική | κεφάλαιο | κεφάλαια |
Ετυμολογία [
]
- κεφάλαιο < κεφάλαιον < κεφαλή (επειδή στα αρχαία νομίσματα κατά κανόνα παριστάνονταν κεφαλές ανθρώπων ή θεών)
Ουσιαστικό [
]
κεφάλαιο ουδέτερο
- μεγάλη ενότητα ενός βιβλίου
- (μεταφορικά) σημαντικό τμήμα μιας συζήτησης ή μιας ζωής κ.λπ
- με το γάμο του άνοιξε ένα καινούριο κεφάλαιο στη ζωή του
- (μεταφορικά) σημαντικό τμήμα μιας συζήτησης ή μιας ζωής κ.λπ
- (οικονομία) οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο (κτήρια, μηχανές, γη) ενσωματώνεται στην παραγωγική διαδικασία
- τα χρήματα ή τίτλοι (μετοχές, ομόλογα) που διαθέτει κάποιος
- (κοινωνιολογία) η κοινωνική τάξη των κεφαλαιοκρατών
- το κόμμα μας υποστηρίζει το λαό και όχι το μεγάλο κεφάλαιο