capital
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en)
Ουσιαστικό
capital (en)
- κεφάλαιο (οικονομία)
- πρωτεύουσα (μιας χώρας)
- κεφαλαίο γράμμα
- κιονόκρανο
Επίθετο
capital (en)
- κεφαλαιώδης
- κεφαλαίος (για γράμματα)
- που αναφέρεται στη θανατική ποινή
- capital crime: έγκλημα που επισύρει τη θανατική ποινή
Γαλλικά (fr)
Ουσιαστικό
capital (fr)
Επίθετο
capital (fr)