cap
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
cap (en)
- ημισφαιρικό καπέλο διαφόρων τύπων (πχ τύπου τζόκεϊ, τραγιάσκα κλπ)
- καπέλο ή άλλο κάλυμμα της κεφαλής ως διακριτικό βαθμού, επαγγέλματος (πχ για ακαδημαϊκούς, νοσοκόμες ή τοπηλίκιο για στρατιωτικούς)
- προστατευτικό κάλυμμα
- σφράγισμα για δόντια
- η κορυφή ενός βουνού
- το ανώτερο τμήμα ενός μανιταριού
- μικρή ποσότητα εκρηκτικής ύλης που χρησιμεύει για να προκαλέσει την έκρηξη μιας μεγαλύτερης ποσότητας
- (αργκό) η σφαίρα για να πυροβολήσεις κάποιον
- (μαθηματικά) το σύμβολο ∩ που δηλώνει την τομή δύο συνόλων
- ένα ανώτατο όριο
- η συμμετοχή για έναν ποδοσφαιριστή σε διεθνή αγώνα, πχ με την εθνική ομάδα
- το κιονόκρανο
- (ΗΒ) το αντισυλληπτικό διάφραγμα
[
]
Ρήμα
cap (en)
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ουσιαστικό
cap (fr) αρσενικό