κορυφή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κορυφή | κορυφές |
| Γενική | κορυφής | κορυφών |
| Αιτιατική | κορυφή | κορυφές |
| Κλητική | κορυφή | κορυφές |
Ετυμολογία
- κορυφή < αρχαία ελληνική κορυφή < κόρυς
Προφορά
Ουσιαστικό
κορυφή θηλυκό
- (γεωγραφία) το υψηλότερο σημείο ενός υψώματος, βουνού ή λόφου ή οποιουδήποτε αντικειμένου
- η κορυφή του Ταϋγέτου, η κορυφή του δέντρου
- (μεταφορικά) το ανώτερο σημείο της εξέλιξης ενός ανθρώπου από επαγγελματική, επιστημονική ή άλλη άποψη
- (γενικότερα) το ανώτερο σημείο σε κάθε ιεραρχικό σύστημα
- η κορυφή της τροφικής αλυσίδας
- (συνεκδοχικά) ο κορυφαίος στον τομέα του
- αυτός ο επιστήμονας είναι κορυφή
- (γεωμετρία) το σημείο τομής δύο πλευρών ενός πολυγώνου
Εκφράσεις
Πολυλεκτικοί Όροι
Συγγενικές λέξεις
Σύνθετα
Μεταφράσεις
κορυφή