βουνό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βουνό βουνά
γενική βουνού βουνών
αιτιατική βουνό βουνά
κλητική βουνό βουνά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

βουνό< αρχαία ελληνική βουνός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /vu.ˈnɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

βουνό ουδέτερο

  1. (γεωγραφία) μεγάλο ύψωμα του εδάφους
    ο Όλυμπος κι ο Κίσσαβος, τα δυο βουνά μαλώνουν
  2. (μεταφορικά) μεγάλος φόρτος εργασίας
    άφησε τη δουλειά να μαζευτεί και τώρα του φαίνεται βουνό
  3. η ορεινή εξοχή
    πέρσι περάσαμε τις διακοπές μας στο βουνό

Εκφράσεις[]

  • η τρέλα δεν πάει στα βουνά, πάει στους ανθρώπους : η τρέλα σχετίζεται με τον άνθρωπο, όχι με τη φύση
  • (παροιμία) μαθημένα τα βουνά στα χιόνια : για ανθρώπους που έχουν συνηθίσει στις ταλαιπωρίες και για αυτό έχουν αντοχή στις δύσκολες στιγμές
  • παίρνω τα βουνά: εγκαταλείπω ότι κάνω και φεύγω ή πάω κάπου περνώντας από δύσβατα μέρη

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

ύψωμα της Γης

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]