έδαφος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική έδαφος εδάφη
γενική εδάφους εδαφών
αιτιατική έδαφος εδάφη
κλητική έδαφος εδάφη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

έδαφος < αρχαία ελληνική ἔδαφος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

έδαφος ουδέτερο

  1. μέρος της στεριάς
    έγινε σεισμός και το έδαφος άνοιξε στα δύο, το ρήγμα κατάπιε τρία σπίτια!

32πχ Μεταφράσεις[]