επιρρεπής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική επιρρεπής επιρρεπής επιρρεπές
γενική επιρρεπούς επιρρεπούς επιρρεπούς
αιτιατική επιρρεπή επιρρεπή επιρρεπές
κλητική επιρρεπή(ς) επιρρεπής επιρρεπές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική επιρρεπείς επιρρεπείς επιρρεπή
γενική επιρρεπών επιρρεπών επιρρεπών
αιτιατική επιρρεπείς επιρρεπείς επιρρεπή
κλητική επιρρεπείς επιρρεπείς επιρρεπή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

επιρρεπής < ελληνιστική κοινή ἐπιρρεπής < αρχαία ελληνική ἐπιρρέπω < ἐπι- + ῤέπω

Open book 01.svg Επίθετο[]

επιρρεπής

  • που έχει τάση να κάνει κάτι (συχνά αρνητικό)
    το συνεχές στρες μάς κάνει επιρρεπείς στις αρρώστιες

32πχ Μεταφράσεις[]