νιώθω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- Μάλλον από το μεσαιωνικό γνώθω < γιγνώσκω με αναλογικό σχηματισμό από τον αόριστο έγνωσα (όπως πλάθω, έπλασα). Βλέπε και νοιώθω
[
]
Ρήμα
- δοκιμάζω ένα συναίσθημα
- νιώθω ντροπή, νιώθω πόνο
- αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω
- νιώθεις τι είναι αυτά που λες;
- προαισθάνομαι
- νιώθω τον κίνδυνο
- (αμετάβατο) αντιλαμβάνομαι κατά ένα ορισμένο τρόπο την ψυχολογική μου κατάσταση ή τις σωματικές μου δυνάμεις και την κατάσταση της υγείας μου
- Πώς νιώθεις τώρα; -Πολύ καλύτερα, ευχαριστώ.