ακούω

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ακούω < αρχαία ελληνική ἀκούω

Open book 01.svg Ρήμα

ακούω και ακούγω

  • (αμετάβατο) έχω την αίσθηση της ακοής
Κάτι έπαθε μετά το ατύχημα και δεν ακούει πια.
Οι φοιτητές άκουγαν τη διάλεξη με μεγάλη προσοχή.
Άκουσα κάποια δυσάρεστα νέα.
  • (μεταβατικό) Έχω προτίμηση σε κάποιο είδος μουσικής
-Τι ακούς συνήθως; -Συνήθως ακούω ροκ ή κλασική μουσική.
  • δίνω την προσοχή μου σε κάποιον ή κάτι.
Ακούστε με, σας παρακαλώ!
Δεν ακούω τίποτα! Θα κάνω ό,τι μου αρέσει.
Αυτό το παιδί δεν με ακούει πια καθόλου.


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις