ακούω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ακούω < αρχαία ελληνική ἀκούω

Open book 01.svg Ρήμα []

ακούω και ακούγω

  • (αμετάβατο) έχω την αίσθηση της ακοής
Κάτι έπαθε μετά το ατύχημα και δεν ακούει πια.
Οι φοιτητές άκουγαν τη διάλεξη με μεγάλη προσοχή.
Άκουσα κάποια δυσάρεστα νέα.
  • (μεταβατικό) Έχω προτίμηση σε κάποιο είδος μουσικής
-Τι ακούς συνήθως; -Συνήθως ακούω ροκ ή κλασική μουσική.
  • δίνω την προσοχή μου σε κάποιον ή κάτι.
Ακούστε με, σας παρακαλώ!
Δεν ακούω τίποτα! Θα κάνω ό,τι μου αρέσει.
Αυτό το παιδί δεν με ακούει πια καθόλου.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις []

Plume ombre.png Κλίση []


32πχ Μεταφράσεις []

Μεταφράσεις που πρέπει να καταταγούν ανάλογα με την έννοιά τους: