αφτί

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

αφτί < αρχαία ελληνική οὖς (γενική, του ὠτός) > αττικό ωτίον, στον πληθυντικό τα ωτία > ταουτία > ταφτία > τ' αφτί

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

αφτί ουδέτερο και αυτί

  1. το όργανο της ακοής
  2. η ικανότητα να αντιλαμβάνεται κάποιος το ύψος μιας μουσικής νότας και τις νότες από τις οποίες αποτελείται μια μουσική φράση
    παίζει μουσική με το αφτί, δεν ξέρει να διαβάζει νότες

[] Εκφράσεις

  • στήνω αφτί: προσπαθώ να κρυφακούσω
  • απ' τ' αφτί και στο δάσκαλο: για κάποιον που πρέπει να λάβει μια τιμωρία
  • δεν ιδρώνει το αφτί μου: δεν πτοούμαι
  • μου ΄φαγε τ' αφτιά: με κούρασε επαναλαμβάνοντας συνέχεια την ίδια συμβουλή ή το ίδιο αίτημα
  • μπαίνουν ψύλλοι στ' αφτιά μου: αρχίζω και ανησυχώ για κάτι
  • και οι τοίχοι έχουν αφτιά: όταν φοβο΄μαστε ότι κάποιος μας κατασκοπεύει

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Ομώνυμα

[] Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες