αφτί
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- αφτί < αρχαία ελληνική οὖς (γενική, του ὠτός) > αττικό ωτίον, στον πληθυντικό τα ωτία > ταουτία > ταφτία > τ' αφτί
Ουσιαστικό
αφτί ουδέτερο και αυτί
- το όργανο της ακοής
Εκφράσεις
- στήνω αφτί: προσπαθώ να κρυφακούσω
- απ' τ' αφτί και στο δάσκαλο: για κάποιον που πρέπει να λάβει μια τιμωρία
- δεν ιδρώνει το αφτί μου: δεν πτοούμαι
- μου ΄φαγε τ' αφτιά: με κούρασε επαναλαμβάνοντας συνέχεια την ίδια συμβουλή ή το ίδιο αίτημα
- μπαίνουν ψύλλοι στ' αφτιά μου: αρχίζω και ανησυχώ για κάτι
- και οι τοίχοι έχουν αφτιά: όταν φοβο΄μαστε ότι κάποιος μας κατασκοπεύει
Συγγενικές λέξεις
Ομώνυμα
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
|
|