ακροώμαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ακροώμαι < αρχαία ελληνική ἀκροάομαι-ῶμαι

Open book 01.svg Ρήμα[]

ακροώμαι, στιγμ. μέλλ.: θα ακροαστώ, αόρ.: ακροάστηκα

  1. ακούω προσεκτικά
  2. δέχομαι σε ακρόαση
  3. (για γιατρό) εξετάζω ασθενή χρησιμοποιώντας στηθοσκόπιο


32πχ Μεταφράσεις[]