ακροατήριο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ακροατήριο | ακροατήρια |
| γενική | ακροατηρίου | ακροατηρίων |
| αιτιατική | ακροατήριο | ακροατήρια |
| κλητική | ακροατήριο | ακροατήρια |
Ετυμολογία [
]
- ακροατήριο < → Η ετυμολογία λείπει.
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /a.kɾɔ.a.ˈti.ɾi.ɔ/
Ουσιαστικό [
]
ακροατήριο ουδέτερο
- το κοινό που παρακολουθεί μια καλλιτεχνική εκδήλωση
- το σύνολο των πολιτών που παρακολουθούν τη διεξαγωγή μιας δίκης
- η δημόσια διεξαγωγή μιας δίκης