ακροατήριο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ακροατήριο ακροατήρια
γενική ακροατηρίου ακροατηρίων
αιτιατική ακροατήριο ακροατήρια
κλητική ακροατήριο ακροατήρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ακροατήριο < → Η ετυμολογία λείπει.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /a.kɾɔ.a.ˈti.ɾi.ɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ακροατήριο ουδέτερο

  • το κοινό που παρακολουθεί μια καλλιτεχνική εκδήλωση
  • το σύνολο των πολιτών που παρακολουθούν τη διεξαγωγή μιας δίκης
  • η δημόσια διεξαγωγή μιας δίκης

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]