κοινό
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- κοινό < αρχαία ελληνική κοινός < μεταφραστικό δάνειο από την γαλλική public
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
κοινό ουδέτερο, χωρίς πληθυντικό
- η μεγάλη μάζα του πληθυσμού, σύνολο ανθρώπων οι οποίοι συνδέονται με χαλαρούς και άτυπους κοινωνικούς δεσμούς, σαφείς όμως ως προς τα ενδιαφέροντα και τους ευρύτερους προσανατολισμούς
- απαγορεύεται η είσοδος στο κοινό
- σύνολο ανθρώπων που μετέχουν σε μια κοινωνική ή άλλη δραστηριότητα ή παρακολουθούν ως αναγνώστες, ακροατές, θεατές ή επισκέπτες μια καλλιτεχνική, επιστημονική, αθλητική ή άλλη εκδήλωση
- περιοδικό με μεγάλο αναγνωστικό κοινό
[
]
Μεταφράσεις
[
]
Κλιτή μορφή επιθέτου
κοινό