κινώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

κινώ < αρχαία ελληνική κινέω, -ῶ

[] Open book 01.svg Ρήμα

κινώ, παρατ.: κινούσα, στιγμ. μέλλ.: θα κινήσω, αόρ.: κίνησα , παθ.φωνή: κινούμαι , μετ.παθ.ενεστ.: κινούμενος

  1. προκαλώ την αλλαγή της θέσης ενός σώματος
  2. ξεκινώ (για να πάω κάπου)
    πρωί πρωί κινήσαμε για τη δουλειά
  3. ξεκινώ μια διαδικασία
    πήγαινε σε ένα δικηγόρο να κινήσει τις διαδικασίες για την αναγνώριση της κληρονομιάς
  4. παρακινώ
    ποια είναι τα κίνητρα που τον κινούν
  5. προκαλώ (πχ το ενδιαφέρον)
  6. κουνώ

[] Plume ombre.png Κλίση


[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola apps noatun.png Σύνθετα

[] Εκφράσεις

  • κινώ γη και ουρανό: κάνω τα πάντα για να πετύχω κάτι
  • κινώ τα νήματα: κατευθύνω τις ενέργειες κάποιων, συνήθως παρασκηνιακά

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες