[
]
- κινώ < αρχαία ελληνική κινέω, -ῶ
κινώ, παρατ.: κινούσα, στιγμ. μέλλ.: θα κινήσω, αόρ.: κίνησα , παθ.φωνή: κινούμαι , μετ.παθ.ενεστ.: κινούμενος
- προκαλώ την αλλαγή της θέσης ενός σώματος
- ξεκινώ (για να πάω κάπου)
- πρωί πρωί κινήσαμε για τη δουλειά
- ξεκινώ μια διαδικασία
- πήγαινε σε ένα δικηγόρο να κινήσει τις διαδικασίες για την αναγνώριση της κληρονομιάς
- παρακινώ
- ποια είναι τα κίνητρα που τον κινούν
- προκαλώ (πχ το ενδιαφέρον)
- κουνώ
Κλίση
|
απρόσωπες εγκλίσεις
|
| απαρέμφατο (αόριστος) |
κινήσει
|
| μετοχή (ενεστώτας) |
κινώντας
|
|
προσωπικές εγκλίσεις
|
| πρόσωπο |
ενικός |
πληθυντικός |
| πρώτο |
δεύτερο |
τρίτο |
πρώτο |
δεύτερο |
τρίτο |
| οριστική |
εγώ |
εσύ |
αυτός |
εμείς |
εσείς |
αυτοί |
μονολεκτικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
κινώ |
κινείς |
κινεί |
κινούμε |
κινείτε |
κινούν |
| παρατατικός |
κινούσα |
κινούσες |
κινούσε |
κινούσαμε |
κινούσατε |
κινούσαν |
| αόριστος |
κίνησα |
κίνησες |
κίνησε |
κινήσαμε |
κινήσατε |
κίνησαν |
περιφραστικοί
χρόνοι |
εξακολουθητικός
μέλλοντας |
θα κινώ |
θα κινείς |
θα κινεί |
θα κινούμε |
θα κινείτε |
θα κινούν |
στιγμιαίος
μέλλοντας |
θα κινήσω |
θα κινήσεις |
θα κινήσει |
θα κινήσουμε |
θα κινήσετε |
θα κινήσουν |
| παρακείμενος α' |
έχω κινήσει |
έχεις κινήσει |
έχει κινήσει |
έχουμε κινήσει |
έχετε κινήσει |
έχουν κινήσει |
| παρακείμενος β' |
- |
- |
- |
- |
- |
- |
| υπερσυντέλικος α' |
είχα κινήσει |
είχες κινήσει |
είχε κινήσει |
είχαμε κινήσει |
είχατε κινήσει |
είχαν κινήσει |
| υπερσυντέλικος β' |
- |
- |
- |
- |
- |
- |
συντελεσμένος
μέλλοντας α' |
θα έχω κινήσει |
θα έχεις κινήσει |
θα έχει κινήσει |
θα έχουμε κινήσει |
θα έχετε κινήσει |
θα έχουν κινήσει |
συντελεσμένος
μέλλοντας β' |
- |
- |
- |
- |
- |
- |
| υποτακτική |
εγώ |
εσύ |
αυτός |
εμείς |
εσείς |
αυτοί |
περιφραστικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
να κινώ |
να κινείς |
να κινεί |
να κινούμε |
να κινείτε |
να κινούν |
| αόριστος |
να κινήσω |
να κινήσεις |
να κινήσει |
να κινήσουμε |
να κινήσετε |
να κινήσουν |
| παρακείμενος α' |
να έχω κινήσει |
να έχεις κινήσει |
να έχει κινήσει |
να έχουμε κινήσει |
να έχετε κινήσει |
να έχουν κινήσει |
| παρακείμενος β' |
- |
- |
- |
- |
- |
- |
| προστακτική |
- |
(εσύ) |
- |
- |
(εσείς) |
- |
μονολεκτικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
|
κίνει |
|
|
κινείτε |
|
| αόριστος |
|
κίνησε |
|
|
κινήστε |
|
|
Συγγενικές λέξεις [
]
Εκφράσεις [
]
- κινώ γη και ουρανό: κάνω τα πάντα για να πετύχω κάτι
- κινώ τα νήματα: κατευθύνω τις ενέργειες κάποιων, συνήθως παρασκηνιακά