κίνητρο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κίνητρο κίνητρα
γενική κινήτρου κινήτρων
αιτιατική κίνητρο κίνητρα
κλητική κίνητρο κίνητρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κίνητρο < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κίνητρο ουδέτερο

  1. ο λόγος που κάνει κάποιος μια συγκεκριμένη ενέργεια
    τα κίνητρα του υποψηφίου για την προεδρία μπορεί ο καθένας να μαντέψει εύκολα
  2. κάτι που δημιουργεί θετικό κλίμα ή παρέχει σε κάποιον θετικούς λόγους για να κάνει μια ορισμένη ενέργεια
    ο υψηλός φορολογικός συντελεστής είναι τεράστιο κίνητρο φοροδιαφυγής (Το Βήμα, Ιδέες κατά της φοροδιαφυγής, 17 Οκτ. 2010)


32πχ Μεταφράσεις[]