θέση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θέση θέσεις
γενική θέσης
& θέσεως
θέσεων
αιτιατική θέση θέσεις
κλητική θέση θέσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

θέση < αρχαία ελληνική θέσις < τίθημι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

θέση θηλυκό

  1. ακριβώς προσδιορισμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται κάποιος ή κάτι
  2. κάθισμα
    κάτσε στη θέση σου και μη μιλάς
  3. χώρος που προορίζεται για συγκεκριμένο πράγμα
    έβριζε γιατί του είχαν πάρει τη θέση του στο πάρκινγκ της πολυκατοικίας
  4. δουλειά ή αξίωμα, πόστο
    ο τάδε διορίστηκε στη θέση του γενικού διευθυντή
  5. η σειρά που καταλαμβάνει κάποιος
    η αθλήτρια κατέκτησε την πρώτη θέση στο αγώνισμα αυτό
    η θέση της επιχείρησης επιδεινώνεται εν καιρώ ύφεσης και απειλείται με χρεωκοπία
  6. ( σε μεταφορικά μέσα) πρώτη θέση, δεύτερη θέση, οικονομική θέση κλπ: οι ανέσεις ή τα προνόμια που αντιστοιχούν στην τιμή του εισιτηρίου
  7. εκφρασμένη άποψη
    δημοσιεύτηκαν οι θέσεις των κομμάτων για το ζήτημα

32πχ Μεταφράσεις[]