σειρά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σειρά σειρές
γενική σειράς σειρών
αιτιατική σειρά σειρές
κλητική σειρά σειρές

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

σειρά < ελληνιστική κοινή

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /si.ˈɾa/
ηλεκτρικό κύκλωμα: σύνδεση αντιστάσεων σε σειρά

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

σειρά θηλυκό

  1. (τοπική σημασία) ένα σύνολο ομοειδών στοιχείων που έχουν τοποθετηθεί το ένα δίπλα στο άλλο, στη γραμμή
    τακτοποίησε τα ποτήρια μέσα στο ντουλάπι σε δύο σειρές
    • σύνολο ομοειδών στοιχείων, τοποθετημένων το ένα πίσω από το άλλο
    • σύνδεση σε σειρά: η σύνδεση αντιστάσεων σε ένα κύκλωμα διαδοχικά, σε αντίθεση προς την παράλληλη σύνδεση
  2. (χρονική σημασία) σύνολο ομοειδών στοιχείων που διαδέχονται το ένα το άλλο
    μια σειρά τραγικών γεγονότων καθόρισε τη ζωή του
    ο συγγραφέας έγραψε εκτός από μυθιστορήματα και μια σειρά από θεατρικά έργα
  3. (σε κείμενο) η γραμμή, η αράδα
  4. (τηλεόραση) πρόγραμμα (εκπομπή) με δραματικό περιεχόμενο (φανταστική υπόθεση και ήρωες) που συνεχίζεται σε πολλά επεισόδια
  5. (στρατός) το σύνολο των κληρωτών που καλούνται να παρουσιαστούν για κατάταξη την ίδια περίοδο, η ΕΣΣΟ
    • (ως προσφώνηση μεταξύ στρατιωτών, ιδίως μεταξύ αυτών που έχουν καταταχτεί μαζί)
  6. η θέση που κατέχει κάποιος ή κάτι σε μια διαδοχή
    κάτσε κι εσύ στην ουρά και, όταν έρθει η σειρά σου, θα εξυπηρετηθείς
  7. η τάξη, η τακτοποίηση πραγμάτων και υποθέσεων
    έχω τόσες υποθέσεις να βάλω σε μια σειρά

[] Εκφράσεις

  • της σειράς: για κάτι συνηθισμένο, μέτριας ή χαμηλής αξίας

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες