σειρά
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | σειρά | σειρές |
| γενική | σειράς | σειρών |
| αιτιατική | σειρά | σειρές |
| κλητική | σειρά | σειρές |
[
]
Ετυμολογία
- σειρά < ελληνιστική κοινή
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
σειρά θηλυκό
- (τοπική σημασία) ένα σύνολο ομοειδών στοιχείων που έχουν τοποθετηθεί το ένα δίπλα στο άλλο, στη γραμμή
- τακτοποίησε τα ποτήρια μέσα στο ντουλάπι σε δύο σειρές
- σύνολο ομοειδών στοιχείων, τοποθετημένων το ένα πίσω από το άλλο
- σύνδεση σε σειρά: η σύνδεση αντιστάσεων σε ένα κύκλωμα διαδοχικά, σε αντίθεση προς την παράλληλη σύνδεση
- (χρονική σημασία) σύνολο ομοειδών στοιχείων που διαδέχονται το ένα το άλλο
- μια σειρά τραγικών γεγονότων καθόρισε τη ζωή του
- ο συγγραφέας έγραψε εκτός από μυθιστορήματα και μια σειρά από θεατρικά έργα
- (σε κείμενο) η γραμμή, η αράδα
- (τηλεόραση) πρόγραμμα (εκπομπή) με δραματικό περιεχόμενο (φανταστική υπόθεση και ήρωες) που συνεχίζεται σε πολλά επεισόδια
- (στρατός) το σύνολο των κληρωτών που καλούνται να παρουσιαστούν για κατάταξη την ίδια περίοδο, η ΕΣΣΟ
- (ως προσφώνηση μεταξύ στρατιωτών, ιδίως μεταξύ αυτών που έχουν καταταχτεί μαζί)
- η θέση που κατέχει κάποιος ή κάτι σε μια διαδοχή
- κάτσε κι εσύ στην ουρά και, όταν έρθει η σειρά σου, θα εξυπηρετηθείς
- η τάξη, η τακτοποίηση πραγμάτων και υποθέσεων
- έχω τόσες υποθέσεις να βάλω σε μια σειρά
[
] Εκφράσεις
- της σειράς: για κάτι συνηθισμένο, μέτριας ή χαμηλής αξίας
