order
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
order (en)
- η διαταγή
- η παραγγελία
- η τάξη (το να είναι όλα τακτοποιημένα, το αποτέλεσμα της υπακοής σε κανόνες)
- η τάξη, ταξινομική κατηγορία που συνενώνει συγγενείς μεταξύ τους οικογένειες
- η σειρά
- ... after serving an unlikely apprenticeship as a civil servant, rock and roll guitarist, shop owner and disc jockey - though not necessarily in that order (από το δικτυακό τόπο του BBC)
[
]
Δείτε επίσης
[
]
Ρήμα
order (en)