τάγμα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | τάγμα | τάγματα |
| γενική | τάγματος | ταγμάτων |
| αιτιατική | τάγμα | τάγματα |
| κλητική | τάγμα | τάγματα |
Ετυμολογία [
]
- τάγμα < αρχαία ελληνική τάγμα
Ουσιαστικό [
]
τάγμα ουδέτερο
- μονάδα του στρατού ξηράς μικρότερη από το σύνταγμα και μεγαλύτερη από λόχο, που διοικείται από ταγματάρχη
- σύνολο ατόμων που ζούσαν σύμφωνα με συγκεκριμένους κανόνες
- κοινότητα μοναχών της καθολικής εκκλησίας που είχαν αυστηρούς κανόνες διαβίωσης
- τίτλος τιμητικών διακρίσεων και αριστείων καθώς και το σύνολο αυτών που τα έχουν λάβει
- Τάγμα του Γεωργίου Α'