τάγμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τάγμα τάγματα
γενική τάγματος ταγμάτων
αιτιατική τάγμα τάγματα
κλητική τάγμα τάγματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τάγμα < αρχαία ελληνική τάγμα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

τάγμα ουδέτερο

  1. μονάδα του στρατού ξηράς μικρότερη από το σύνταγμα και μεγαλύτερη από λόχο, που διοικείται από ταγματάρχη
  2. σύνολο ατόμων που ζούσαν σύμφωνα με συγκεκριμένους κανόνες
  3. κοινότητα μοναχών της καθολικής εκκλησίας που είχαν αυστηρούς κανόνες διαβίωσης
  4. τίτλος τιμητικών διακρίσεων και αριστείων καθώς και το σύνολο αυτών που τα έχουν λάβει
    Τάγμα του Γεωργίου Α'

32πχ Μεταφράσεις[]