τάξη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | τάξη | τάξεις |
| γενική | τάξης | τάξεων |
| τάξεως | ||
| αιτιατική | τάξη | τάξεις |
| κλητική | τάξη | τάξεις |
Ετυμολογία
Προφορά
Ουσιαστικό
τάξη θηλυκό
- η κατάσταση κατά την οποία κάθε τι είναι τακτοποιημένο στη θέση του
- η κατάσταση που προκύπτει από την τήρηση των κανόνων και των νόμων
- υπουργείο δημοσίας τάξεως
- υποδιαίρεση ενός συνόλου, ταξινομική κατηγορία
- οι ομοταξίες διαιρούνται σε τάξεις και οι τάξεις σε οικογένειες
- αξιολογική κατηγορία
- αυτό το κρασί είναι πρώτης τάξεως
- το σύνολο των μαθητών ενός σχολείου που παρακολουθούν τα ίδια μαθήματα
- η Α΄ τάξη έχει αυτήν την ώρα Γυμναστική
- η σχολική αίθουσα
- υποδιαίρεση του κοινωνικού σώματος με κριτήριο την κοινωνική θέση, το επάγγελμα, το εισόδημα ή τη σχέση προς τα μέσα παραγωγής
- κοινωνικές τάξεις, επαγγελματικές τάξεις, παραγωγικές τάξεις