σχολείο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | σχολείο | σχολεία |
| γενική | σχολείου | σχολείων |
| αιτιατική | σχολείο | σχολεία |
| κλητική | σχολείο | σχολεία |
[
]
Ετυμολογία
- σχολείο < ελληνιστική κοινή σχολεῖον < αρχαία ελληνική σχολή
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
σχολείο ουδέτερο
- εκπαιδευτικόςθεσμός με σκοπό την παροχή μόρφωσης στα παιδιά μέσω της συστηματικής διδασκαλίας συγκεκριμένων μαθημάτων
- μία συγκεκριμένη σχολική μονάδα της πρωτοβάθμιας ή της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, που στεγάζεται σε δικό της κτήριο (ή συστεγάζεται με άλλες) και έχει δική της διεύθυνση και διδακτικό προσωπικό
- το κτήριο που στεγάζει μια σχολική μονάδα
- ο χρόνος κατά τον οποίο κάποιος, μαθητής ή εκπαιδευτικός, διδάσκει ή παρακολουθεί μαθήματα
- (μεταφορικά) οτιδήποτε προσφέρει πολύτιμες εμπειρίες και διδάγματα
- το μεγάλύτερο σχολείο είναι η ίδια η ζωή