αίθουσα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αίθουσα | αίθουσες |
| Γενική | αίθουσας | αιθουσών |
| Αιτιατική | αίθουσα | αίθουσες |
| Κλητική | αίθουσα | αίθουσες |
Ετυμολογία
- αίθουσα < αρχαία ελληνική αἴθουσα
Προφορά
Ουσιαστικό
αίθουσα θηλυκό
- μεγάλο δωμάτιο ενός κτηρίου που προορίζεται για τη συγκέντρωση πολλών ανθρώπων ή/και για κάποια ειδική χρήση
- (στο σχολείο) η αίθουσα διδασκαλίας ενός τμήματος ή ενός μαθήματος
- (στον κινηματογράφο, θέατρο) ο χώρος που προορίζεται για το κοινό των παραστάσεων και προβολών
- (συνεκδοχικά) το σύνολο των ανθρώπων που βρίσκονται σε μια αίθουσα
- (ανατομία) τμήμα του εσωτερικού αφτιού