δωμάτιο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- δωμάτιο < αρχαία ελληνική δωμάτιον
Ουσιαστικό
δωμάτιο ουδέτερο
- εσωτερικός χώρος κτηρίου, π.χ. σπιτιού, διαμερίσματος, ξενοδοχείου